__TOC__ λύκος ()

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) wilk (1.2) wilczur (1.3) toczeń (1.4) kurek

(1.1-4) M18: λύκου, λύκο, λύκε; , λύκοι, λύκων, λύκους

(1.1) Ένα κοπάδι λύκοι όρμησε στα πρόβατα. → Wataha wilków napadła na owce.

(1.2) λυκόσκυλο (1.3) κόκορας

λυκόπουλο , λύκαινα , λυκάνθρωπος , λυκοφωλιά , Λύκος λυκόμορφος λυκο-, λυκό-, λυκ-

λύκος ντυμένος πρόβατο, λύκος εις δέρμα προβάτου → wilk w owczej skórze • πεινώ σαν λύκος → być głodnym jak wilk

λύκος ()

lúkos

rzeczownik, rodzaj męski (1.1) wilk

λύκαινα , λυκανθρωπία , λυκάνθρωπος , λυκιδεύς λυκόβρωτος, λυκώδης

źródłosłów dla