Himna svobodi (grško Ύμνος εις την Ελευθερίαν, Imnos is tin Eleftherian) je pesnitev, ki jo je leta 1823 napisal Dionýsios Solomós. Sestavlja jo 158 stanc. Leta 1865 sta prvi dve stanci uradno postali grška državna himna; uglasbil pa ju je Nikolaos Mantzaros. Himna svobode je tudi nacionalna himna Cipra.

Besedilo Grški original

1.- Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

2.- Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !

3.- Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή, κι ένα στόμα ακαρτερούσες, «έλα πάλι» να σου πει.

4.- Άργειε να 'λθει εκείνη η μέρα, κι ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5.- Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σου έμενε να λες περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.

6.- Και ακαρτέρει και ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά, ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι από την απελπισιά.

7.- Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ' ερμιές;». Και αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.

8.- Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάματα θολό, και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα, πλήθος αίμα ελληνικό.

9.- Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά.

10.- Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή. δεν είν' εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλεί.

11.- Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ' ανάσαση καμιά. άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φριχτά.

12.- Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου οπού εχαίροντο πολύ, «σύρε νάβρεις τα παιδιά σου, σύρε», ελέγαν οί σκληροί.

13.- Φεύγει οπίσω το ποδάρι και ολογλήγορο πατεί ή την πέτρα ή το χορτάρι που τη δόξα σου ενθυμεί.

14,- Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή, σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του ή ζωή.

15.- Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει κάθε τέκνο σου με ορμή, που ακατάπαυστα γυρεύει ή τη νίκη ή τη θανή.

16.- Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17.- Μόλις είδε την ορμή σου ο ουρανός, που για τσ' εχθρούς εις τη γη τη μητρική σου έτρεφ' άνθια και καρπούς,

18.- εγαλήνευσε. και εχύθη καταχθόνια μία βοή, και του Ρήγα σου απεκρίθη πολεμόκραχτη η φωνή

19.- Όλοι οι τόποι σον σ' εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά, και τα στόματα εφωνάξαν οσα αίσθάνετο ή χαρδιά.

20.- Εφωνάξανε ως τ' αστέρια του Ιονίου και τα νησιά, κι εσηκώσανε τα χέρια για να δείξουνε χαρά,

21.- μ' όλον που 'ναι αλυσωμένο το καθένα τεχνικά, και εις το μέτωπο γραμμένο έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

22.- Γκαρδιακά χαροποιήθη και του Βάσιγκτον η γη, και τα σίδερα ενθυμήθη που την έδεναν κι αυτή.

23.- Απ' τον πύργο του φωνάζει, σα να λέει σε χαιρετώ, και τη χήτη του τινάζει το λιοντάρι το Ισπανο.

24.- Ελαφιάσθη της Αγγλίας το θηρίο, και σέρνει ευθύς κατά τ' άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τσ'οργής.

25.- Εις το κίνημά του δείχνει πως τα μέλη είν' δυνατά. και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά.

26.- Σε ξανοίγει από τα νέφη και το μάτι του Αετού, που φτεράκαι νύχια θρέφει με τα σπλάχνα του Ιταλού.

27.- και σ εσέ καταγυρμένος, γιατί πάντα σε μισεί, έκρωζ' έκρωζε ο σκασμένος, να σε βλάψει, αν ημπορεί.

28.- Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι πάρεξ που θα πρωτοπάς. δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι στες βρισίες οπού αγρικάς,

29.- σαν το βράχον οπού αφήνει κάθε ακάθαρτο νερό εις τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον αφρό.

30.- οπού αφήνει ανεμοζάλη και χαλάζι και βροχή να του δέρνουν τη μεγάλη, την αιώνιαν κορυφή.

31.-Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του, οποιανού θέλει βρεθεί στο μαχαίρι σου αποκάτου και σ' εκείνο αντισταθεί.

32.- Το θηρίο π' ανανογιέται πως. του λείπουν τα μικρά, περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά.

33.- τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, τα λαγκάδια, τα βουνά, κι όπου φθάσει, όπου περάσει, φρίκη, θάνατος, ερμιά.

34.- Ερμιά, θάνατος και φρίκη, όπου επέρασες κι εσύ. ξίφος έξω από τη θήκη πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35.- Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς. τώρα τρόμου αστροπελέκι να της ρίψεις πιθυμάς.

36.- Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει, πάντα οπώς νικεί, κι ας είν άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.

37.- Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως είν' πολλά. δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά;

38.- Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά 'βρει η συμφορά!

39.- Κατεβαίνουνε και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή. το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40.- Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν' ανεβεί.

41.- Μέτρα ! Είν' άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν. τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

42.- Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά. να, σας φθάνει. αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά!

43.-Αποκρίνονται και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά.

44.- Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών.

45.- Α, τι νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός! Άλλος ύπνος δεν εγίνη πάρεξ θάνατου πικρός.

46.- Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή, ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί,

47.- και οι βροντές, και το σκοτάδι οπού αντίσκοφτε η φωτιά, επαράστεναν τον Άδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

48.- Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνοντ' ίσκιοι αναρίθμητοι, γυμνοί, κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49.- Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά, σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά.

50.- Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο απο τη γη, όσοι είν' άδικα σφαγμένοι, από τούρκικην οργή.

51.- Τόσα πέφτουνε τα θερι- σμένα αστάχια εις τους αγρους. σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

52.- Θαμποφέγγει κανέν' άστρο, και αναδεύοντο μαζί, ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή.

53.- Έτσι χάμου εις την πεδιάδα, μες στο δάσος το πυκνό, όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό,

54.- εάν οι άνεμοι μές στ' άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν, σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55.- Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν' αίματα πηχτά, και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά.

56.- και χορεύοντας μανίζουν εις τους Έλληνες κοντά, και τα στήθια τους εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά.

57.- Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθιά μες στα σωθικά, όθεν όλη η λύπη βγαίνει, κι άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58.- Τόοτε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικα, σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά.

59.- Κτυπούν όλοι απάνου κάτου. κάθε κτύπημα που εβγεί είναι κτύπημα θανάτου χώρις να δευτερωθεί.

60.- Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει. λες κι εκείθενε η ψυχή απ' το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί.

61.- Της καρδίας κτυπίες βροντάνε μες στα στήθια τους αργά, και τα χέρια οπού χουμάνε περισσότερο είν' γοργά.

62.- Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη. γι' αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί.

63.- Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως από μία μεριά και απ' άλλη δέν μείνει έ ν α ς ζωντανός.

64.- Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.- και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά, και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά.

66.- Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή. πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει, φθάνει. έως πότε οι σκοτωμοί;

67.- Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί; Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.

68.- Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά», και των Χριστιανών τα χείλη «φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

69.- Λιονταρόψυχα εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά», και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά».

70.- Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί. παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί.

71.- Ήταν τόσοι ! Πλέον το βόλι εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί. Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι εις την τέταρτην αυγή.

72.- Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά, και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

73.- Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο στων ψευδόπιστων το αστέρι. φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

74.- Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75.- Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι. δεν λάμπ' ήλιος μοναχά εις τους πλάτανους, δεν λάμπει εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

76.- Ειίς τον ήσυχον αιθέρα τώρα αθώα δεν αντηχεί τα λαλήματα η φλογέρα, τά βελάσματα το άρνί.

77.- Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό, αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό.

78.- Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας. τα παιδιά σας θέλ' ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας.

79.- Όλοι εκείνοι τα φοβούνται και με πάτημα τυφλό εις την Κόρινθο αποκλειούνται κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

80.- Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου πείνα και θανατικό, που με σχήμα ενός σκελέθρου περπατούν αντάμα οι δυο.

81.- και πεσμένα εις τα χορτάρια απεθαίνανε παντού τα θλιμμένα απομεινάρια της φυγής και του χαμού.

82.- Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ό,τι θέλεις ημπορείς, εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.

83.- Στηή σκιά χεροπιασμένες, στη σκιά βλέπω κι εγώ κρινοδάκτυλες παρθένες οπού κάνουνε χορο.

84.- Στο χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά, και εις την αύρα κυματίζουν μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85.- Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς γλυχοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

86.- Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, το ποτήρι δεν βαστώ. φιλελεύθερα τραγούδια σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87.- Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !

88.- Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού, μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού.

89.- Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας η Θρησκεία μ' ένα σταυρό, και το δάκτυλο κινώντας οπού ανεί τον ουρανό,

90.- «σ' αυτό», εφώναξε, «τo χώμα στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!». Και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91.- Εις την τράπεζα σιμώνει, και το σύγνεφο το αχνό γύρω γύρω της πυκνώνει που σκορπάει το θυμιατό.

92.- Αγρικάει την ψαλμωδία οπού εδίδαξεν αυτή. βλέπει τη φωταγωγία στους Αγίους εμπρός χυτή.

93.- Ποιοί είν' αυτοί που πλησιάζουν με πολλή ποδοβολή, κι άρματ', άρματα ταράζουν; Επετάχτηχες εσύ!

94.- Α, το φως που σε στολίζει, σαν ηλίου φεγγοβολή, και μακρόθεν σπινθηρίζει, δεν είναι, όχι, από τη γη.

95.- Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χείλος, μέτωπο, οφθαλμός. φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως.

96.- Το σπαθί σου αντισηκώνεις, τρία πατήματα πατάς, σαν τον πύργο μεγαλώνεις, κι εις το τέταρτο κτυπάς.

97.- Με φωνή που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς: «Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη, ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.

98.- Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: "Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα έγώ. πέστε, πού θ' αποκρυφθείτε εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99.- Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που, μ' αυτήν αν συγκριθεί κείνη η κάτω οπού σας έχω, σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

100.- Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, τόπους άμετρα υψηλούς, χώρες, όρη από τη ρίζα, ζώα και δέντρα και θνητούς.

101.- Και το παν το κατακαίει, και δεν σώζεται πνοή, πάρεξ του άνεμου που πνέει μες στη στάχτη τη λεπτή"».

102.- Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού Του είσαι αδελφή; Ποίος είν' άξιος να νικήσει ή με σε να μετρηθεί;

103.- Η γη αισθάνεται την τόση του χεριού σου ανδραγαθιά, που όλην θέλει θανατώσει τη μισόχριστη σπορά.

104.- Την αισθάνονται και αφρίζουν τα νερά, και τ' αγρικώ δυνατά να μουρμουρίζουν σάν νά ρυάζετο θηριό.

105.- Κακορίζικοι, πού πάτε του Αχελώου μες στη ροη και πιδέξια πολεμάτε από την καταδρομή

106.- να αποφύγετε; Το κύμα έγινε όλο φουσκωτο. εκεί ευρήκατε το μνήμα