καπνίζω ()

czasownik (1.1) palić (tytoń) (1.2) dymić (1.3) okopcić, osmalić (1.4) wędzić C2.1: κάπνισα, καπνίστηκα, καπνισμένος

(1.1) Εγώ δεν καπνίζω. → Ja nie palę. (1.2) Οι καμινάδες των εργοστασίων καπνίζουν ασταμάτητα. → Kominy fabryk dymią nieustannie.

(1.1) φουμάρω

καπνίζομαι καπνισμένος, καπνικός, καπνιστικός, καπνιστός καπνά, καπνιά, καπνίλα, κάπνισμα, καπνιστήρι, καπνιστήριο, καπνιστής, καπνίστρια, καπνός cząstki słowotwórcze καπνο-, καπν-, καπνό- κάνω ό,τι μου καπνίσει → robić, co tylko się podoba • καπνίζω σαν Αράπης → palić jak smok