έκπτωση () ékptosi

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) upadek, utrata pozycji, pozbawienie, odsunięcie od urzędu/stanowiska (1.2) upadek, degradacja, zepsucie, demoralizacja, zubożenie (1.3) obniżka, rabat, ulga, zniżka, przecena

(1.1-3) F33

(1.1) έκπτωση δικαστή → utrata mandatu sędziego • έκπτωση από τη γονική μέριμνα → pozbawienie praw rodzicielskich • έκπτωση από το δικάιωμα οδήγησης → zakaz prowadzenia pojazdów (1.3) έκπτωση φόρου → ulga podatkowa • θερινές / χειμερινές εκπτώσεις → letnia/zimowa wyprzedaż

(1.1) απομάκρυνση, καθαίρεση, αποξένωση (1.2) ξέφτισμα, εκφυλισμός, φτώχεμα, ξέπεσμα, ξεπεσμός (1.3) αφαίρεση, σκόντο

(1.1) αναγόρευση, ονομασία (1.2) ακμή, άνθηση, μπουμ (1.3) ανατίμηση, αύξηση, ύψωση

εκπτωτικός, έκπτωτος εκπίπτω