έρπω () érpo
czasownik nieprzechodni (1.1) czołgać się, pełzać (1.2) pełzać, płaszczyć się, upokarzać się, poniżać się
(1.1) tylko w czasie teraźniejszym: έρπω, έρπεις, έρπει; έρπομε / έρπουμε, έρπετε, έρπουν
(1.1) τα φίδια / τα σκουλήκια έρπουν → węże / robaki pełzają
(1.1) σέρνομαι, σύρομαι, κυλιέμαι (1.2) κάνω τούμπες, κολακεύω, καλοπιάνω, φιλάω τα πόδια / φιλάω τον κώλο
ερπετό , ερπύστρια , ερπυσμός ερπυστικός, έρπων