ελεύθερος ()

przymiotnik (1.1) wolny, niezależny (1.2) stanu wolnego, nieżonaty

(1) P5

(1.1) Ποιος είναι ο ελεύθερος άνθρωπος; Ποιος μπορεί και αξίζει να λέγεται ελεύθερος;Ε.Π. Παπανούτσος, Μορφές της Ελευθερίας → Kim jest wolny człowiek? Kto może i zasługuje na to, aby zwać się wolnym człowiekiem?

(1.1) υπόδουλος

ελευθεριάζω, ελευθερώνω ελευθέριος, ελευθεριάζων ελευθερία , ελευθεριά , ελευθερωτής , ελευθερώτρια , ελευθεριότητα , ελευθέρωμα , ελευθέρωση